Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΓΟΝΙΚΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ

654/2011 ΑΠ ( 556500)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Δικαιοπραξία άκυρη λόγω απειλής. Προθεσμία για την ακυρότητά της. Δωρεά και γονική παροχή.
Το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις ως στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της γονικής παροχής, ώστε να μην χαρακτηρίζεται δωρεά. Ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς. Η επαρκής αναφορά των σχετικών πραγματικών περιστατικών στις παραδοχές του αιτιολογικού της αποφάσεως ελέγχεται αναιρετικά, ο προσδιορισμός όμως του ενδεικνυόμενου μέτρου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενεργείται από το Δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται αυτοτελώς στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Έννοια αχαριστίας. Περιστατικά. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 9153/2006 ΕφΑθηνών).


Αριθμός 654/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1` Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και τηςΓραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ν. Σ. του Δ., συζ. Ε. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τηνπληρεξουσία δικηγόρο της Ουρανία Θεοδωροπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ε., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τηνπληρεξουσία δικηγόρο του Μαρία Στάμου, με δήλωσή του κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13 Φεβρουαρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4324/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 9153/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Αυγούστου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός,
ανέγνωσε την από 17 Μαρτίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 28-8-2009 αίτησης για αναίρεση της υπ` αριθ. 9153/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Η πληρεξουσία της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ. Α.Π. 3/1997) Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ, το δικαίωμα για ακύρωση αδικοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ ΑΚ) αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 παρ.1 ΑΚ), στην περίπτωση, όμως που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βουλήσεως του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής. Κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος αφού η παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη, εφόσον δε από το περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου, απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 13-2-2003 αγωγή της η αναιρεσείουσα (ενάγουσα)
εκθέτει ότι με τα νομίμως μεταγεγραμμένα υπ` αριθ. 21250 και 21407/1997 συμβόλαια της
Συμ/φου Αθηνών Ευαγγελίας-Μαρίνας Ροντογιάννη-Λαχανοκάρδη μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στον αναιρεσίβλητο (εναγόμενο), θετό γιο της και φυσικό τέκνο του συζύγου της Ε. Μ., τα αναφερόμενα σ` αυτά (συμβόλαια) και την αγωγή ακίνητα (οριζόντιες ιδιοκτησίες). Ότι στις εν λόγω μεταβιβάσεις (παροχές) προέβη κατόπιν της πιεστικής συμπεριφοράς του συζύγου της και πατέρα του εναγομένου, ασκώντας της ψυχολογική βία καθημερινώς και κρατώντας στάση αρνητική απέναντι της, χρησιμοποιώντας κυρίως την άρνηση του να της απευθύνει το λόγο επί πολλές ημέρες και ότι εξ αυτού του λόγου οι παροχές αυτές είναι ακυρώσιμες λόγω απειλής και ισχύουν κατά μετατροπή (ΑΚ 182) ως δωρεές τις οποίες νόμιμα ανακάλεσε. Ότι, άλλως, οι παροχές αυτές αποτελούν δωρεές επειδή υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλλουν οι αναφερόμενες στο δικόγραφο περιστάσεις και ότι ο εναγόμενος με βαριά παραπτώματα του, που προσδιορίζονται στην αγωγή, φάνηκε αχάριστος έναντι της και γι` αυτό με δήλωσή της τις ανακάλεσε. Ζήτησε δε να ακυρωθούν λόγω της απειλής οι γονικές παροχές και να αναγνωριστεί ότι αυτές ισχύουν (κατά μετατροπή μετά την ακύρωσή του) ως δωρεές που έχουν νομίμως ανακληθεί, άλλως να αναγνωριστεί ότι οι παροχές αυτές αποτελούν δωρεές διότι υπερβαίνουν το μέτρο που επιβάλουν οι περιστάσεις και έχουν και στην περίπτωση αυτή νομίμως ανακληθεί, να καταδικαστεί ο εναγόμενος σε δήλωση βουλήσεως για την αναμεταβίβαση των ακινήτων και να υποχρεωθεί να της τα αποδώσει.
Σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο της αγωγής και τις αναφερόμενες κρίσιμες ημεροχρονολογίες προκύπτει ότι οι γονικές παροχές συντελέστηκαν και οι δυο το έτος 1997, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το 2003, δηλαδή μετά την πάροδο διετίας. Επομένως, και εφόσον δεν ισχυρίσθηκε η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) ότι επικαλούμενη απειλή του συζύγου της προς την ίδια συνεχίστηκε και μετά τη σύνταξη των συμβολαίων των γονικών παροχών αποσβέστηκε το δικαίωμά της για ακύρωση των γονικών παροχών και η ένδικη αγωγή κατά την κύρια βάση της απειλής ήταν απαράδεκτη και απορριπτέα. Εξάλλου μετά την απόσβεση του δικαιώματος της ενάγουσας για ακύρωση των γονικών παροχών, δεν μπορούσε να γίνει λόγος για μετατροπή αυτών (γονικών παροχών) σε δωρεές, εφόσον στη ρύθμιση της ΑΚ 182 υπάγονται μεν και οι ακυρώσιμες δικαιοπραξίες, μετά την ακύρωσή τους, κατά την ΑΚ 184 αφότου εξομοιώνονται προς τις εξ αρχής άκυρες περιστατικά όμως που δεν επρόκειτο ή συντρέξουν στην ένδικη περίπτωση.
Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του δεν απέρριψε την αγωγή κατά την παραπάνω κυρία βάση της λόγω αποσβέσεως του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας, αλλά την απέρριψε ως αόριστη, και αφού δέχθηκε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά ένα μέρος της εξαφάνισε την εκκαλουμένη πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό και απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής της και κατά τα δυο αιτήματά της για τις ίδιες αιτιολογίες ως καταληφθέντα από τη διετή αποσβεστική προθεσμία, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα, και είχαν σχέση με τη συνέχισή της απειλητικής συμπεριφοράς του συζύγου της αναιρεσείουσας και μετά το χρόνο των ένδικων γονικών παροχών, και ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 157, 180, 182, 241 παρ. του Α.Κ.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείου-σα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά τα δύο μέρη του, με τον οποίο αποδίδονται στην προβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
ΙΙ. Με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της
παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, ελέγχεται η ορθότητα της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, από την άποψη αν οι παραδοχές της απόφασης πληρούν το πραγματικό του κανόνα δικαίου που εφάρμοσε. Έτσι, παρέπεται, ότι δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας έχει απορρίψει την αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη ή αόριστη, ή γιατί υπέπεσε σε αποσβεστική προθεσμία κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ. ΑΠ 44/1990).
Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε την κυρία βάση της ένδικης αγωγής ως υποπέσουσα στη διετή αποσβεστική προθεσμία και την απέρριψε ως απαράδεκτη κρίνεται απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ` συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
(Ολ. ΑΠ 1/1999). Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ. ΑΠ 13/1995). Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθ. 1509 του ΑΚ η παροχή περιουσίας στο τέκνο από
οποιοδήποτε γονέα του, είτε για τη δημιουργία ή τη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας, είτε για την έναρξη ή την εξακολούθηση επαγγέλματος, αποτελεί δωρεά, μόνο ως προς το ποσό που υπερβαίνει το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νομοθέτης χαρακτηρίζει ως γονική παροχή εκείνη που δεν υπερβαίνει το μέτρο το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίστασης, χωρίς όμως και αυτός να προσδιορίζει τις περιστάσεις. Ως ενδεικνυόμενο μέτρο από τις περιστάσεις θεωρείται το ανάλογο προς την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική θέση του γονέα κατά τη σύσταση της παροχής, και την οικογενειακή κατάσταση, δηλαδή τον αριθμό των τέκνων, την ηλικία του κλπ. Απορία του τέκνου δεν απαιτείται για τη σύσταση της γονικής παροχής αλλά μόνο η συνδρομή ανάγκης υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις του άρθ. 1509 του ΑΚ. Αν δεν συντρέχει περίπτωση ανάγκης, τότε η παροχή έχει την έννοια της δωρεάς. Με τα δεδομένα αυτά, η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή αγωγή για ανάκληση γονικής παροχής ως δωρεάς, λόγω αχαριστίας, που έγινε προς τέκνο για τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας του κατά την έννοια του άρθρου 1509 του ΑΚ., πρέπει να περιλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση της στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης του άρθ. 93 παρ.3 του Συντάγματος, ως αποδεικτικό πόρισμα, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που προαναφέρθηκαν, και είναι ανάγκη να τα επικαλείται και ο ενάγων στο δικόγραφο της αγωγής του, από τα οποία, προκύπτει, ότι η γονική παροχή είναι δωρεά γιατί υπερβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο. Η επαρκής αναφορά των πιο πάνω κρίσιμων πραγματικών περιστατικών στις παραδοχές του αιτιολογικού της αποφάσεως ελέγχεται αναιρετικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθ.559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ο προσδιορισμός όμως του ενδεικνυόμενου μέτρου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ενεργείται από το Δικαστήριο ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, η οποία δεν υπόκειται αυτοτελώς στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί δεν είναι νομική έννοια και τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά του μέτρου δεν συμπίπτουν σε όλες τις περιπτώσεις και εξειδικεύονται σε κάθε υπόθεση ανέλεγκτα. (Α.Π. 1990/2007, 510/1973). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 505 ΑΚ, ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή η στο σύζυγο η στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωση του να διατρέφει το δωρητή. Αχαριστία κατά την έννοια της προπαρατιθέμενης διάταξης, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, οφείλεται δε σε υπαιτιότητα του και μπορεί να καταλογιστεί σ` αυτόν. Έτσι αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη από περίθαλψη ή ανάγκη εκδηλώσεων αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει λόγω γήρατος συνοδευόμενης από ασθένεια. Η αδιαφορία αυτή, λόγω των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ευρίσκεται ο δωρητής, είναι κοινωνικώς αποδοκιμαστέα, εις τρόπον ώστε, όταν συντρέχει να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα δε, αν η καταδεικνύουσα την αχαριστία συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου συνιστά ή ότι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από το δικαστή, ο οποίος για τη μόρφωση της κρίσης του, εκτιμά την εν λόγω συμπεριφορά βάση αντικειμενικών κριτηρίων, και λαμβάνοντας υπόψη και τον βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή του στενού συγγενούς του, αποφαίνεται αν η υπ` αυτού γενομένη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατά αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας συμπεριφορά του δωρεοδόχου, συνιστά και στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικά, όχι ως προς την παραδοχή του αν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, ούτε ως προς την εκτίμηση του αν τα περιστατικά αυτά, εν όψει του χαρακτήρα των συγκεκριμένων συμβληθέντων (δωρητή και δωρεοδόχου), του τρόπου και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκαν, συνιστούν ή δεν συνιστούν, στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία, αφού και στις δύο περιπτώσεις, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση αν τα εν λόγω περιστατικά, τα οποία τα δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδειχθέντα, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και κατά συνέπεια δικαιολογούν ή αποκλείουν γενικά την εφαρμογή του άρθρου 505 του ΑΚ. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ`αριθ. 9153/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:
"Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) και ο Ε. Μ. τέλεσαν γάμο το έτος 1985 και εγκαταστάθηκαν σε διαμέρισμα πολυκατοικίας επί της οδού ... στην ......, ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Ο Ε. Μ. από προηγούμενο γάμο του με τη Χ. Γ. είχε αποκτήσει δύο τέκνα, τον εναγόμενο, (ήδη αναιρεσίβλητο) οποίος γεννήθηκε το έτος 1974 και τον Τ. Μ.. Η ενάγουσα, η οποία δεν απέκτησε δικά της τέκνα, διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις με τα τέκνα του συζύγου της και το έτος 1993, με την υπ` αριθμ. 1275/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υιοθέτησε τον εναγόμενο, ο οποίος ήταν τότε ηλικίας 19 ετών. Ακολούθως η ενάγουσα, η οποία είχε στην ιδιοκτησία της, εκτός από το διαμέρισμα στην ..., και οικόπεδο εμβαδού 303 τ.μ. επί της οδού ... στη θέση "..." του Δήμου ..., ανήγειρε σε αυτό, με δαπάνες της από χρήματα που είχε αποταμιεύσει από την εργασία της στην ΕΚΟ από το 1964 και από το εφάπαξ των 12.000.000 δρχ. που έλαβε κατά τη συνταξιοδότηση της το 1992, οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο και πρώτο όροφο, επιφανείας έκαστο 80,46 τ.μ. Με την υπ` αριθμ. 2124/1997 πράξη της Συμ/φου Αθηνών Ευαγγελίας- Μαρίνας Ροντογιάννη-Λαχανοκάρδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα συνέστησε επί της οικοδομής δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, αποτελούμενες η πρώτη από τον ισόγειο και, η δεύτερη από τον πρώτο όροφο, ενώ το υπόγειο, εκτός από τους κοινόχρηστους χώρους (κλιμακοστάσιο, λεβητοστάσιο), χωρίστηκε σε τέσσερις (οριζόντιες ιδιοκτησίες) αποθήκες. Στη συνέχεια με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθ. 21250/14-7-1997 συμβόλαιο της ανωτέρω Συμ/φου μεταβίβασε στον εναγόμενο-θετό της τέκνο, λόγω γονικής παροχής τον πρώτο όροφο της οικοδομής της, ενώ λίγους μήνες αργότερα, με το υπ` αριθ. 21407/10-12-1997 συμβόλαιο της ίδιας Συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε σ` αυτόν για την ίδια αιτία (γονική παροχή) και την ψιλή κυριότητα του ισογείου ορόφου, παρακρατώντας την επικαρπία. Κατά τον χρόνο των μεταβιβάσεων η ενάγουσα, η οποία είχε συνταξιοδοτηθεί από το 1992, λάμβανε μηνιαία σύνταξη ποσού 190.000 δρχ. περίπου και η περιουσία της αποτελείτο από τις προαναφερθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες ενώ ο εναγόμενος ήταν ηλικίας 23 ετών, είχε μόνιμη εργασία ως οδηγός στην εταιρεία ............", η περιουσία του αποτελείτο από το ήμισυ εξ αδιαιρέτου διαμερίσματος 85 τ.μ., στον πρώτο όροφο και χώρου 50 τ.μ. στο ημιυπόγειο οικοδομής επί της οδού ... στους ..., που είχε αποκτήσει από δωρεά του πατέρα του και της φυσικής του μητέρας, βάσει του νομίμως μεταγεγραμμένου 68527/1982 συμβολαίου του Συμ/φου Αθηνών Θωμά Ιωαννίδη, καθώς και από το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ισόγειο και πρώτο όροφο, επιφανείας εκάστου 60 τ.μ. περίπου, στο ..., που είχε αποκτήσει από δωρεά του παππού του. Κατά τα επόμενα έτη οι σχέσεις της ενάγουσας και του θετού της τέκνου-εναγομένου άρχισαν να διαταράσσονται. Ο εναγόμενος απαιτούσε από την ενάγουσα να του δίνει χρήματα και να του μεταβιβάσει το διαμέρισμά της στην ..., δημιουργούσε δε επεισόδια σε βάρος της, κατά τα οποία την εξύβριζε με τις φράσεις "καριόλα" και "πουτάνα". Οι σχέσεις τους οξύνθηκαν περισσότερο το πρώτο εξάμηνο του έτους 2000, όταν ο εναγόμενος συνήψε σχέσεις με τη μετέπειτα σύζυγο του Ε. Χ. και άρχισε να κατηγορεί την ενάγουσα, η οποία είχε αντιρρήσεις για το δεσμό του, ότι του είχε κάνει μάγια, και να την απειλεί με τη φράση "θα σε γαμήσω". Εξαιτίας αυτής της συμπεριφοράς, η ενάγουσα περί τα μέσα Ιουνίου 2000 δήλωσε στον εναγόμενο ότι ανακαλεί τις δωρεές που έγιναν με τα παραπάνω 21250 και 21407 συμβόλαια. Ο εναγόμενος σε απάντηση της δήλωσης αυτής της έστειλε την από 26-6-2000 επιστολή, στην οποία παραδεχόταν ότι της μίλησε με απρέπεια και ασέβεια και της δήλωνε ότι δεν επιθυμεί πλέον τις γονικές παροχές, ούτε την υιοθεσία. Ο εναγόμενος συνέχισε την ανάρμοστη συμπεριφορά του προς την ενάγουσα-θετή του μητέρα και στις αρχές Απριλίου 2001 προκάλεσε μαζί με τον αδελφό του σοβαρότατο επεισόδιο σε βάρος της μέσα στο διαμέρισμα της στην ..., κατά τη διάρκεια του οποίου την προπηλάκισε, την απείλησε και την εξύβρισε εκστομίζοντας αισχρές και χυδαίες φράσεις και ξεσηκώνοντας τους περιοίκους. Το επεισόδιο αυτό επέδρασε δυσμενώς και στην υγεία της ενάγουσας, διότι εξαιτίας της ταραχής που της προκάλεσε, υπέστη καρδιακό επεισόδιο και χρειάστηκε να εισαχθεί για νοσηλεία σε νοσοκομείο. Μάλιστα, ο σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας του εναγομένου σε επιστολή που του έστειλε δύο με τρεις ημέρες μετά το παραπάνω επεισόδιο, αναφέρεται σ` αυτό και επιβεβαιώνει ότι η ενάγουσα είχε εισαχθεί και παρέμεινε στο νοσοκομείο συνεπεία καρδιακού επεισοδίου, που υπέστη κατ` αυτό (επεισόδιο), περιγράφει την έκταση που του προσέδωσαν αυτός (εναγόμενος) και ο αδελφός του με τη χαρακτηριστική φράση: "Ήρθατε προχθές το βράδυ με τον αδελφό σου να μας ταράξετε την ηρεμία μας και όχι εμάς αλλά και πολλών άλλων" καθώς και τις ύβρεις και απειλές που ο εναγόμενος απηύθυνε στην ενάγουσα κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, όπως "Δ.", εννοώντας ότι ασχολείται με τα μάγια και "θα σε γαμήσω". Συνεχίζει δε το Εφετείο ότι η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το τέλος Ιουνίου 2001 που ο εναγόμενος απεχώρησε από την οικογενειακή κατοικία των γονέων του, διαρρηγνύοντας πλήρως τις σχέσεις του με την ενάγουσα- μητέρα του και εγκαταστάθηκε με τη σύντροφο του και μετέπειτα σύζυγο του Ε. Χ. σε μισθωμένο διαμέρισμα. Ενόψει αυτής της κατάστασης η ενάγουσα άσκησε την από 13-1-03 αγωγή περί λύσεως της υιοθεσίας λόγω αχαριστίας και παραπτωμάτων, που δικαιολογούν την αποκλήρωση, και η αγωγή έγινε δεκτή με την υπ` αριθμ. 6634/2003 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ` αριθμ. 7183/2004 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Δέχεται δε περαιτέρω το Εφετείο ότι ενόψει της περιουσιακής κατάστασης και της κοινωνικής θέσης της ενάγουσας κατά το χρόνο των παραπάνω παροχών, του γεγονότος ότι ο εναγόμενος ήταν το μοναδικό (θετό) τέκνο της καθώς και των αναγκών του, ο οποίος είχε αποκατασταθεί επαγγελματικά, βρισκόταν σε ηλικία γάμου και είχε ανεξάρτητη στέγη, η οποία (ανάγκη) δεν καλυπτόταν από τα ποσοστά επί του διαμερίσματος στους ... και του εξοχικού στο ..., η μεταβίβαση του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της οικοδομής στην ... που έγινε με το υπ` αριθ. 21250/1997 συμβόλαιο, είχε σκοπό τη δημιουργία οικονομικής και οικογενειακής αυτοτέλειας και αποτελεί γονική παροχή, η οποία δεν αποκλείεται από το γεγονός ότι ο εναγόμενος είχε και άλλη περιουσία. Αντίθετα, η μεταγενέστερη (δεύτερη) μεταβίβαση της ψιλής κυριότητας του διαμερίσματος του ισογείου της ίδιας οικοδομής, που έγινε με το υπ` αριθμ. 21407/1997 συμβόλαιο, δεν είχε ως σκοπό την κάλυψη ανάγκης του εναγομένου και υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλλουν οι περιστάσεις και κατά συνέπεια αποτελεί δωρεά. Οι ισχυρισμοί του εναγομένου ότι και η δεύτερη αυτή παροχή δεν υπερβαίνει το μέτρο που επιβάλουν οι περιστάσεις δεδομένου ότι όταν έγινε η παροχή αυτή δεν είχε ολοκληρωθεί ο πρώτος όροφος και μόνο το ολοκληρωμένο ισόγειο μπορούσε να καλύψει τις στεγαστικές του ανάγκες και ότι η ανέγερση της όλης οικοδομής έγινε ως επί το πλείστον με χρήματα του ίδιου και του πατέρα του και με την προσωπική τους εργασία, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Και τούτο διότι η ως άνω οικοδομή ανηγέρθη αποκλειστικά με δαπάνες της ενάγουσας, ενώ η μεταβίβαση και μόνο της ψιλής κυριότητας του ισογείου δεν του εξασφάλιζε άμεσα τις στεγαστικές του ανάγκες αφού τη χρήση και την κάρπωση τούτου την είχε η ενάγουσα που είχε παρακρατήσει την επικαρπία. Περαιτέρω, η προαναφερθείσα συμπεριφορά του εναγομένου έναντι της ενάγουσας κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1997 μέχρι το Ιούνιο του 2001 αποτελεί βαριά και επίμεπτη αντικοινωνική διαγωγή που τελέστηκε με εξακολουθητικά περιστατικά και συνιστά αχαριστία. Κατέληξε δε το Εφετείο ότι η παραπάνω ανάκληση στην οποία προέβη η ενάγουσα, επέφερε αποτελέσματα ως προς τη δωρεά της ψιλής κυριότητας του ισογείου της παραπάνω οικοδομής και ο εναγόμενος είναι υποχρεωμένος να της αναμεταβιβάσει το δωρηθέν δικαίωμα, καταδικαζόμενος σε σχετική δήλωση βουλήσεως (αρθρ. 949 ΚπολΔ), ενώ η ίδια δήλωση δεν επέφερε καμία έννομη συνέπεια ως προς τη μεταβίβαση του πρώτου ορόφου της οικοδομής αφού δεν αποτελεί δωρεά".
Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, κατά της ομοίως κριθείσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της που είχε ασκήσει για την ανάκληση και της πρώτης γονικής παροχής της προς τον αναιρεσίβλητο με το υπ`αριθ. 21250/4-7-2007 συμβόλαιο, που κρίθηκε ότι δεν αποτελούσε δωρεά, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5050, 497, 1509 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της δωρεάς ως προς την πρώτη ένδικη γονική παροχή και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, όσο συνδεόταν με ανάκληση της ανύπαρκτης αυτής δωρεάς. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το ένα μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ.1 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξάλλου από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1509 του ΑΚ, την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξ άλλου, εδώ δεν ήταν αναγκαία η αναφορά ειδικά, και άλλων στοιχείων σχετικών για την αποτίμηση της αξίας της προηγούμενης περιουσίας του αναιρεσίβλητου και της επίμαχης γονικής παροχής, για να δικαιολογηθεί ότι δεν υπερέβαινε αυτή στο σύνολο της κατά το χρόνο της πραγμάτωσης της το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο και δεν αποτελούσε δωρεά υποκείμενη σε ανάκληση, εν όψει των παραδοχών της απόφασης ότι το μεταβιβασθέν στον αναιρεσείοντα ακίνητο με την ένδικη γονική παροχή αποτελούσε κατά το χρόνο της παροχής το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο που θα κάλυπτε τις στεγαστικές του ανάγκες απόκτησης ανεξάρτητης κατοικίας ενόψει του επικείμενου γάμου του και ότι η αναιρεσείουσα δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα". Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τις διατάξεις των άρθ.559 αριθ.19 και 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, ότι υπάρχει έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τον προσδιορισμό του από τις περιστάσεις επιβαλλόμενου μέτρου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης ως προς τον προσδιορισμό του αναγκαίου μέτρου, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο έλαβε υπόψη και ρητά μνημονεύει και συνεκτίμησε και την από 26-6-2000 επιστολή του αναιρεσίβλητου προς την αναιρεσείουσα με την οποία δηλώνει ρητά την πρόθεσή του να αποποιηθεί τις δυο γονικές παροχές και επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρους του με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος. Μετά τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ.176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-8-2009 αίτηση της ........................... για αναίρεση της υπ`αριθμ.9153/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 13 Απριλίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Μαΐου 2011.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

GOOGLE+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις