Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

ΗΘΙΚΗ ΑΥΤΟΥΡΓΙΑΣ ΣΕ ΠΛΑΣΤΟΓΡΑΦΙΑ

265/2013 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 602803)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)

Ηθική αυτουργία σε πλαστογραφία. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Αλλοίωση (νόθευση) βιβλίου πράξεων του συλλόγου διδασκόντων σε σημείο που αφορούσε μαθήτρια Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας ΤΕΕ (Ιδιωτικό Τεχνικό Επαγγελματικό Εκπαιδευτήριο) και την απόρριψή της, λόγω απουσιών. Ποινική Δικονομία.

Αναίρεση. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα. Μέσα αποδείξεως. Απαγόρευση αποδεικτικής αξιολόγησης απολογίας συγκατηγορουμένου για το σχηματισμό της καταδικαστικής χρήσης. Το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στην απολογία της συγκατηγορουμένης, αλλά συνδυαστικά τόσο σ΄ αυτή όσο και στα άλλα αποδεικτικά μέσα. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.

ΑΡΙΘΜΟΣ 265/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη - Εισηγήτρια και Μαρία Βασιλάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Παντιώρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Μ. του Α., κατοίκου ... ... , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίλαο Κοψαχείλη, περί αναιρέσεως της με αριθμό 433/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαρίσης.
Το Τριμελές Εφετείο Λαρίσης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Σεπτεμβρίου 2012 αίτησή του η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1026/12.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α` Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών". Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη, προκύπτει ότι το έγκλημα της πλαστογραφίας θεσπίζεται ως σωρευτικώς μικτό, υπό την έννοια ότι οι περισσότεροι τρόποι πραγματώσεώς του, που αναφέρονται στο νόμο, δηλαδή, 1) η κατάρτιση πλαστού εγγράφου και 2) η νόθευση γνήσιου, δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους και κάθε τρόπος συνιστά αυτοτελή μορφή τελέσεως της πράξεως. Κατάρτιση πλαστού εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ` του ΠΚ, υπάρχει όταν εξ υπαρχής συντίθεται έγγραφο, το οποίο το πρώτον διατυπώνεται από το ενεργητικό υποκείμενο και εμφανίζεται ότι προέρχεται από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα, νόθευση συνιστά, η αλλοίωση της έννοιας καταρτισμένου εγγράφου, του οποίου μεταβάλλεται το περιεχόμενο σε ορισμένα σημεία. Κάθε μια μορφή είναι ξεχωριστή και ιδιαίτερη, ανεξαρτήτως του ότι αφορούν και οι δύο έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των δύο μορφών δεν ταυτίζεται, τα δε δύο εγκλήματα διακρίνονται κατά την φύση και το είδος τους, δεδομένου ότι η νόθευση σε αντίθεση με την κατάρτιση, προϋποθέτει επέμβαση σε υφιστάμενο ήδη έγγραφο. Από την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας, άμεσα ζημιούμενος είναι εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό έγγραφο έννομες συνέπειες, τοιούτος δε είναι, πρωτίστως, εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και κάθε άλλος που ζημιώνεται από τη χρήση αυτού. Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος του δράστη, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση (έστω και με την έννοια της αμφιβολίας) των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και τη θέληση ή αποδοχή να συντελέσει με την ενέργειά του στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και επιπροσθέτως σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει άλλον με την χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή που είναι σημαντικά για τη δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο. Από την ανωτέρω διάταξη, προκύπτει επίσης ότι το στοιχείο της παραπλανήσεως άλλου για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες είναι αναγκαίο για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας και πρέπει όχι μόνο στο διατακτικό της αποφάσεως να περιλαμβάνεται, αλλά και στο αιτιολογικό να διαλαμβάνονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα της παραπλανήσεως για το γεγονός που έχει έννομες συνέπειες, είναι δε αδιάφορο αν επήλθε το αποτέλεσμα αυτό ή όχι. Η ύπαρξη του δόλου, δεν είναι αναγκαίο κατ` αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ` αυτή. Όταν όμως, για το αξιόποινο της πράξεως, απαιτείται επί πλέον και ορισμένος σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) όπως στο έγκλημα της πλαστογραφίας, η αιτιολογία πρέπει εκτείνεται και στο σκοπό αυτό, στα μικτά δε εγκλήματα, όπως η πλαστογραφία, πρέπει να αναφέρεται στην αιτιολογία και ο συγκεκριμένος τρόπος (ένας εκ των δύο), με τον οποίο τελέσθηκε η πράξη.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α` του ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης, όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από αυτή τη διάταξη προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει, αφού ο νόμος δεν ορίζει, με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο όπως με προτροπές (δηλαδή με παρακίνηση, παρόρμηση ή ενθάρρυνση) με παραινέσεις (δηλαδή με συμβουλές υποδείξεις κ.λπ.) πειθώ και φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στο φυσικό αυτουργό λόγω υπηρεσιακής εξάρτησης ή άλλης μεταξύ των σχέσεων. Υποκειμενικώς δε, απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλον της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, με θέληση και γνώση ή αποδοχή, της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Εξάλλου, στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ` αυτήν ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός παρήγαγε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφαση, να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Ειδικώς, για το δόλο που απαιτείται για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης της ηθικής αυτουργίας δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος τετελεσμένου ή σε απόπειρα, στο οποίο παρακινεί ο ηθικός αυτουργός το φυσικό αυτουργό και εξυπακούεται ότι υπάρχει στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε η αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους, ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, εκ του ότι δε εξαίρονται ορισμένα δεν σημαίνει ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ούτε εκτίμησε τα άλλα. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και εκτιμήθηκαν όλα και όχι μερικά από αυτά κατ` επιλογή για το σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμό 433/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων, Χ. Μ., κηρύχθηκε ένοχος, για ηθική αυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας, που τέλεσε η συγκατηγορούμενή του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Α. Σ., και του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής δέχθηκε το Εφετείο, ότι από τα μνημονευόμενα, κατ` είδος, αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που αναγνώστηκαν, τα έγγραφα που επίσης αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν σύζυγος της Β. Μ., ιδιοκτήτριας του ιδιωτικού τεχνικού επαγγελματικού εκπαιδευτηρίου (ΤΕΕ) με την επωνυμία ".....", και ουσιαστικός διευθυντής του εν λόγω εκπαιδευτηρίου, με πειθώ, επίμονες προτροπές και φορτικότητα, προκάλεσε στην Α. Σ., η οποία ασκούσε τυπικά τα καθήκοντα της διευθύντριας, κατά το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Μαΐου 2005, την απόφαση της εκτέλεσης της πλαστογραφίας της 2/16-5-2005 πράξης (σελίδα 4) του βιβλίου πράξεων του συλλόγου διδασκόντων. Ειδικότερα, με την κατά τα άνω παρέμβαση του κατηγορουμένου η Α. Σ. στο σημείο του άνω βιβλίου που αφορούσε τη μαθήτρια Β. Μ. (σύζυγο του κατηγορουμένου) έσβησε με γομολάστιχα τη φράση "απορρίπτεται λόγω απουσιών" και την αντικατέστησε με τη φράση "δεν θα συμμετάσχει λόγω απουσίας της", με σκοπό να παραπλανήσει τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πτυχιακών εξετάσεων της επόμενης εξεταστικής περιόδου (Σεπτεμβρίου 2005) ότι δήθεν η Β. Μ. παρακολούθησε κανονικά κατά το σχολικό έτος 2004-2005 τα μαθήματα του τμήματος διατροφής και διαιτολογίας. Το γεγονός αυτό μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες αφού έτσι θα δικαιούτο η ως άνω Β.Μ. να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου για να αποκτήσει το πτυχίο του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας (βλ. σχετικά και την κατάθεση της Μ. Ι. (επόπτριας του εκπαιδευτηρίου Μ.) η οποία είπε ότι ο κατηγορούμενος "θεωρείτο αφεντικό της επιχείρησης και πήγαινε συχνά", καθώς επίσης και την απολογία στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της Α.Σ. η οποία είπε: "Ο κ.Μ. (κατηγορούμενος) μου είπε ότι είναι σε δικό μας έγγραφο, ότι είναι εσωτερική υπόθεση και να το αλλάξω". Πρέπει λοιπόν να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Ακολούθως, κατά το διατακτικό της ανωτέρω αποφάσεως, κηρύχθηκε ένοχος του ότι: "Κηρύσσει ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μηνός Μαΐου έτους 2005 και σε μη επακριβώς εξακριβωθείσα ημερομηνία με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε και συγκεκριμένα, ως σύζυγος της Β. Μ., ιδιοκτήτριας, μαθήτριας και εκπαιδευτικού του Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (ΤΕΕ) με την επωνυμία "........", με πειθώ, επίμονες προτροπές και φορτικότητα, προκάλεσε στην Α. Σ., Διευθύντρια του Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (ΤΕΕ) με την επωνυμία "Μ. Β.", την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη της πλαστογραφίας (νόθευση) που διέπραξε η τελευταία και συγκεκριμένα να αλλοιώσει (νοθεύσει) την υπ` αριθμ. 2/16-05-2005 πράξη στη σελίδα 4 του βιβλίου πράξεων του συλλόγου διδασκόντων στο σημείο που αφορά στη μαθήτρια Β. Μ. του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, σβήνοντας με γομολάστιχα τη γνήσια φράση "απορρίπτεται λόγω απουσιών" και αντικαθιστώντας τη με τη φράση "δε θα συμμετάσχει λόγω απουσίας της". Ο κατηγορούμενος προκάλεσε στην Α. Σ. την απόφαση να προβεί στη νόθευση του παραπάνω εγγράφου, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πτυχιακών εξετάσεων της επόμενης εξεταστικής περιόδου (Σεπτέμβριος 2005), ότι δήθεν η Β. Μ. παρακολούθησε κανονικά για το σχολικό έτος 2004-2005 τα μαθήματα του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες αφού έτσι θα δικαιούνταν η τελευταία να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου (Σεπτέμβριος 2005) προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας.

ΔΕΧΕΤΑΙ το Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος έζησε ως το χρόνο τέλεσης της παραπάνω πράξης έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή. Με αυτά που, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δέχθηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο, διέλαβε στην εν λόγω απόφαση, την από τα άρθρα 93 § 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, (ηθική αυτουργία στην πράξη της πλαστογραφίας υπό τη μορφή της νόθευσης εγγράφου), για την οποία πλαστογραφία η συγκατηγορουμένη του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Α. Σ., αθωώθηκε, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς, δυνάμει των οποίων έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α`, 27, 46 παρ. 1 στοιχ. α`, 216 παρ. 1, ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει: α) ότι ο αναιρεσείων, ως σύζυγος της Β. Μ., ιδιοκτήτριας και μαθήτριας του Ιδιωτικού Τεχνικού Επαγγελματικού Εκπαιδευτηρίου (Τ.Ε.Ε), μετέβαινε συχνά σε αυτό, θεωρείτο αφεντικό της επιχείρησης και με πειθώ, επίμονες προτροπές και φορτικότητα προκάλεσε στη συγκατηγορούμενή του, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο Α. Σ., Διευθύντρια του Τ.Ε.Ε, την απόφαση να προβεί στη νόθευση του ως άνω εγγράφου β) ότι στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό, να παραπλανήσει με τη χρήση του, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής Πτυχιακών εξετάσεων της επόμενης εξεταστικής περιόδου, ότι δήθεν η Β. Μ., σύζυγος του, παρακολουθούσε κανονικά για το σχολικό έτος 2004 -2005 τα μαθήματα του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας, γεγονός που θα είχε έννομες συνέπειες, αφού έτσι θα είχε δικαίωμα η τελευταία να λάβει μέρος στις εξετάσεις της επόμενης εξεταστικής περιόδου, προκειμένου να αποκτήσει το πτυχίο του Τμήματος Διατροφής και Διαιτολογίας του παραπάνω Τ.Ε.Ε.
Οι ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντα περί του ότι δεν εξειδικεύεται ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος της πλαστογραφίας (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου), είναι αβάσιμες, διότι τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά από την προσβαλλομένη απόφαση, ορθώς αξιολογούμενα, στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, με τη μορφή της νόθευσης εγγράφου, σύμφωνα και με όσα, στην εν αρχή νομική σκέψη αναφέρθηκαν. Η λέξη "πλαστογραφία" που παρατίθεται στο σκεπτικό, αναφέρεται απλά στον τίτλο του εγκλήματος του άρθρου 216 Π.Κ. που περιλαμβάνει και τη νόθευση, ενώ από τις παραδοχές του σκεπτικού προκύπτει με σαφήνεια ότι πρόκειται για νόθευση, όπως αυτή ρητά αναφέρεται και στο διατακτικό που αλληλοσυμπληρώνει το σκεπτικό. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ, 1ος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας, με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 211A του ΚΠΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 8 του Ν. 2408/ 1996, "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατ` άρθρο 171 παρ. 1 δ` του ΚΠΔ, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποίησης, για την καταδίκη του κατηγορουμένου, της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς επίσης και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησης τους, έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ` αυτή όσο και στις καταθέσεις άλλων μαρτύρων καθώς και στα αναγνωστέα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, περί της ενοχής του κατηγορουμένου, έλαβε υπόψη του, όπως ήδη προαναφέρθηκε, τα κατ` είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, συνεπώς, δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά, στην απολογία της συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντα στον πρώτο βαθμό, Α. Σ., αλλά συνδυαστικά τόσο σε αυτή όσο και στα λοιπά ως άνω αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς δεν παραβιάσθηκε η διάταξη του άρθρου 211 Α` Κ.Π.Δ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ, 2ος λόγος αναιρέσεως που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα με την παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 § 1 ΚΠΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2012 (υπ` αριθμό πρωτ. 5903/2012) αίτηση αναιρέσεως του Χ. Μ. του Α., κατοίκου .... , για αναίρεση της υπ` αριθμό 433/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Φεβρουαρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2013.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

GOOGLE+

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Δημοφιλείς αναρτήσεις